διακυβερνάω

διακῠβερνάω,
A steer through, pilot, τὸ θνητὸν ζῷον, τἀνθρώπινα, Pl. Ti.42e, Lg.709b;

τὸν κόσμον Plu.2.1026f

; τὸν πότον ib.712b;

ἐμαυτήν τε καὶ τὸ παιδίον σοῦ PLond.1.42.16

(ii B.C.); of a physician, Arist.Pr.859a18:—[voice] Pass., Iamb.Myst.8.3.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακυβερνᾶν — διακυβερνάω steer through pres part act masc voc sg (doric aeolic) διακυβερνάω steer through pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) διακυβερνάω steer through pres part act masc nom sg (doric aeolic) διακυβερνᾶ̱ν , διακυβερνάω steer… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβερνᾷ — διακυβερνάω steer through pres subj mp 2nd sg διακυβερνάω steer through pres ind mp 2nd sg (epic) διακυβερνάω steer through pres subj act 3rd sg διακυβερνάω steer through pres ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβερνῶν — διακυβερνάω steer through pres part act masc voc sg διακυβερνάω steer through pres part act neut nom/voc/acc sg διακυβερνάω steer through pres part act masc nom sg (attic epic ionic) διακυβερνάω steer through pres part act masc nom sg (attic epic …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβερνῶσι — διακυβερνάω steer through pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διακυβερνάω steer through pres subj act 3rd pl (attic epic ionic) διακυβερνάω steer through pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) διακυβερνάω steer through… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβερνήσει — διακυβερνάω steer through aor subj act 3rd sg (attic epic ionic) διακυβερνάω steer through fut ind mid 2nd sg (attic ionic) διακυβερνάω steer through fut ind act 3rd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβερνήσω — διακυβερνάω steer through aor subj act 1st sg (attic ionic) διακυβερνάω steer through fut ind act 1st sg (attic ionic) διακυβερνάω steer through aor ind mid 2nd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβερνῶνται — διακυβερνάω steer through pres subj mp 3rd pl (attic epic ionic) διακυβερνάω steer through pres ind mp 3rd pl διακυβερνάω steer through pres subj mp 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβερνωμένων — διακυβερνάω steer through pres part mp fem gen pl διακυβερνάω steer through pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβερνᾶται — διακυβερνάω steer through pres subj mp 3rd sg διακυβερνάω steer through pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβερνᾷς — διακυβερνάω steer through pres subj act 2nd sg διακυβερνάω steer through pres ind act 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβερνήσοντα — διακυβερνάω steer through fut part act neut nom/voc/acc pl (attic ionic) διακυβερνάω steer through fut part act masc acc sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.